περισπώ

περισπῶ, -άω ΝΜΑ [σπω]
1. ενεργ. αποσπώ την προσοχή κάποιου από την κύρια ασχολία του και τήν κατευθύνω αλλού, φέρω περισπασμό, απασχολώ, διασπώ την προσοχή
2. παθ. περισπῶμαι, -άομαι
αποσπώμαι από την κύρια εργασία, μου
3. γραμμ. θέτω το σημείο τής περισπωμένης πάνω στο φωνήεν μιας λέξης και ιδίως στη λήγουσα («οὐκ ὀρθῶς τὴν δευτέραν συλλαβὴν περισπῶντας», Πλούτ.)
4. παθ. (για λέξεις, φθόγγους) δέχομαι περισπωμένη, τονίζομαι με περισπωμένη (α. «περισπώμενα ρήματα» — τα ρήματα που δέχονται περισπωμένη στην λήγουσα τού ενεστ. η οποία προέρχεται από συναίρεση, αλλ. συνηρημένα ρήματα
μσν.-αρχ.
αποσπώ, αφαιρώ κάτι με βίαιο τρόπο («μήτε ἄρχοντος μήτε ἡγεμόνος τὴν σὴν δίαιταν περισπῶντος», Καισ. Δαπ.)
αρχ.
1. απογυμνώνω, αφαιρώ βίαια κάτι από πάνω μου ή από κάποιον («τὸ μὲν χλαμύδιον ἑαυτοῡ περιέσπασε», Διόδ.)
2. (σχετικά με ξίφος) ξεγυμνώνω, σύρω, τραβώ («ὁ δὲ περισπάσας ξίφος», Ευρ.)
3. (σχετικά με χαλινό) έλκω, τραβώ
4. μέσ. καταγίνομαι, ασχολούμαι με κάτι («ἡ δὲ Μάρθα περιεσπᾱτο περὶ πολλὴν διακονίαν», ΚΔ)
5. στρέφω κάτι προς άλλη κατεύθυνση, απασχολώ κάποιον σε κάτι, μεταφέρω (α. «ἐξέπληττε καὶ περιέσπα Ῥωμαίους» — απασχολούσε την προσοχή τών Ρωμαίων, Πολ.
β. «εἰς τὴν Λιβύην πλεῑν καὶ τὸν πόλεμον ἐκεῑ περισπᾱν» — στη Λιβύη να πλεύσουν και να μεταφέρουν εκεί τον πόλεμο, Πολ.)
6. μέσ. περιστρέφω («περισπώμενος τὰς ὄψεις» — περιστρέφοντας τα μάτια, Λουκιαν.)
7. ενοχλώ, πειράζω, εξοργίζω κάποιον («τί δὲ μοι περισπᾷς, ἱερόσυλε;», Μέν.)
8. κλέβω, αρπάζω («ἅπαντα περιέσπασμαι» — μού έχουν κλέψει τα πάντα, Μέν.)
9. (για στρατηγό σε μάχη) διατάσσω στροφή, περισπασμό, περίκαμψη («τοὺς δ' ἐπὶ τῆς οὐραγίας ὑπάρχοντας περισπῶν ἐξέταττε πρὸς τὴν τῶν πολεμίων ἐπιφάνειαν», Πολ.)
10. (για στράτευμα) εκτελώ στροφή («ἀπράκτους τοὺς πολεμίους παρεσκεύαζον περισπῶντες καὶ πανταχόθεν προσπίπτοντες», Πολ.)
11. παθ. εξαναγκάζομαι να πράξω κάτι («περιεσπάσθην ἀνενεγκεῑν», πάπ.)
12. στρέφομαι δύο φορές κατά ορθή γωνία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • περισπώ — [пэриспо] р. отвлекать, рассеивать внимание …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • περισπῶ — περισπάω draw off from around pres imperat mp 2nd sg περισπάω draw off from around pres subj act 1st sg (attic epic ionic) περισπάω draw off from around pres ind act 1st sg (attic epic ionic) περισπάω draw off from around pres subj act 1st sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεθέλκω — (ΑM Α και μεθελκύω) 1. έλκω, σύρω ή τραβώ κάτι προς το άλλο μέρος, διευθύνω κάτι εδώ και εκεί, εκτρέπω, παρεκτρέπω, περισπώ 2. σύρω ή τραβώ κάτι προς το μέρος μου, ιδιοποιούμαι, οικειοποιούμαι κάτι μσν. 1. τραβώ την προσοχή, προσελκύω («τῶν… …   Dictionary of Greek

  • μεταπερισπώ — μεταπερισπῶ, άω (Α) σύρω μακριά σε άλλο μέρος, αποσύρω. [ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α) * + περισπῶ «αποσύρω»] …   Dictionary of Greek

  • περίσπασις — ἡ, ΜΑ [περισπώ] 1. περισπασμός, απασχόληση με άλλο αντικείμενο από εκείνο που κυρίως ενδιαφέρει, η διάσπαση τής προσοχής 2. ο τόνος περισπωμένη, ο τονισμός συλλαβής με περισπωμένη …   Dictionary of Greek

  • περι- — (ΑΜ περι ) α συνθετικό πολλών συνθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στην πρόθεση περί και εμφανίζει τις ακόλουθες σημασίες: α) γύρω, ολόγυρα, από όλες τις μεριές, από παντού (πρβλ. περι βρέχω, περι γιάλι, περι λούω, περι… …   Dictionary of Greek

  • περιέλκω — ΜΑ 1. έλκω, τραβώ κάποιον ή κάτι εδώ κι εκεί («περιέλκω τινὰ ὡς ἀνδράποδον», Φιλόστρ.) 2. περισπώ, αποσπώ την προσοχή («πάλαι με περιέλκεις κύκλῳ», Πλάτ.) μσν. μεταστρέφω αρχ. 1. παρατραβώ, επιμηκύνω 2. ανατρέπω επιχείρημα 3. φρ. «περιέλκειν… …   Dictionary of Greek

  • περισπασμός — ο, ΝΑ [περισπώ] 1. απασχόληση, απομάκρυνση από την κύρια εργασία, απόσπαση τής προσοχής σε αντικείμενο διαφορετικό από το κυρίως ενδιαφέρον έργο 2. συνεκδ. μέριμνα, φροντίδα, έγνοια, σκοτούρα, στενοχώρια τού βίου («οικογενειακοί περισπασμοί») αρχ …   Dictionary of Greek

  • περισπαστικός — ή, όν, Α [περισπώ] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον περισπασμό, στην απασχόληση τής προσοχής σε άλλο αντικείμενο, διαφορετικό από το κυρίως ενδιαφέρον έργο, αυτός που προκαλεί περισπασμό, απομάκρυνση από την κύρια εργασία («ἡ μουσικὴ δύναμιν… …   Dictionary of Greek

  • πολυπερίσπαστος — ον, Μ αυτός που έχει πολλούς περισπασμούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + περίσπαστος (< περισπῶ), πρβλ. α περίσπαστος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.